μυστηριωδώς


μυστηριωδώς
[*][мистириодис)εκ.ρ. таинственный

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μυστηριωδώς" в других словарях:

  • μυστηριωδώς — (Α μυστηριωδώς) επίρρ. βλ. μυστηριώδης …   Dictionary of Greek

  • μυστηριωδῶς — μυστηριώδης like mysteries adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυστηριώδης — ες (ΑΜ μυστηριώδης, ῶδες) [μυστήριον] ακατανόητος, ακατάληπτος νεοελλ. αυτός που ενεργεί ή γίνεται με μυστικό και απόκρυφο τρόπο («μυστηριώδεις συνεννοήσεις») αρχ. (για φάρμακο) αυτό τού οποίου η σύσταση τηρείται μυστική. επίρρ... μυστηριωδώς (Α… …   Dictionary of Greek

  • Γουατεμάλα — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γουατεμάλας Έκταση: 108.890 τ.χλμ Πληθυσμός: 11.986.558 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Γουατεμάλα (1.090.310 κάτ. το 2002)Κράτος της Κεντρικής Αμερικής. Συνορεύει Β και ΒΔ με το Μεξικό, Α με την Μπελίζ και την Ονδούρα,… …   Dictionary of Greek

  • ανάληψη — I Κατά τη διδασκαλία της εκκλησίας, είναι το γεγονός κατά το οποίο ο Ιησούς Χριστός, σαράντα ημέρες μετά την Ανάστασή του, «ανελήφθη εις τους ουρανούς» και έτσι επέστρεψε πάλι στους κόλπους του Ουράνιου Πατέρα Του με τη «θεωθείσα» και… …   Dictionary of Greek

  • αρρητοτρόπως — ἀρρητοτρόπως (Μ) μυστηριωδώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < άρρητος + τρόπως < τρόπος (πρβλ. ουτοτρόπως, ποικιλοτρόπως κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • ιεροκρύφιος — α, ο (Μ ἱεροκρύφιος, ία, ον) ο μυστικός, ο απόκρυφος νεοελλ. ο αινιγματικός, ο μυστηριώδης. επίρρ... ιεροκρυφίως (Μ ἱεροκρυφίως) με ιεροκρύφιο τρόπο, απόκρυφα νεοελλ. μυστηριωδώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο) * + κρύφιος (< κρύφιος < κρύπτω), πρβλ …   Dictionary of Greek

  • κρυφιοειδώς — κρυφιοειδῶς (Α) επίρρ. μυστηριωδώς, με μυστηριώδη τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < *κρυφιοειδής (< κρύφιος + ειδής*)] …   Dictionary of Greek

  • μυστιπόλευτος — μυστιπόλευτος, ον (Α) [μυστιπολεύω] (για τελετές και εορτές) αυτός που γίνεται από μύστες, που εορτάζεται μυστηριωδώς, με μυστήρια …   Dictionary of Greek

  • Γκέτε, Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον- — (Johann Wolfgang von Goethe, Φρανκφούρτη 1749 – Βαϊμάρη 1832). Γερμανός ποιητής. Γιος του αυτοκρατορικού συμβούλου Γιόχαν Κάσπαρ, ανθρώπου αυστηρού με ουμανιστικά ενδιαφέροντα, και της Καταρίνα Ελίζαμπετ Τέξτορ, σπούδασε νομικά στη Λειψία, όπου… …   Dictionary of Greek